Μην φοβάσαι, εγώ δεν φοβάμαι για εσένα
- Λυδία Βήτα
- Jul 31, 2025
- 9 min read
Wanna read this in ENG? Scroll baby, scroll! 31.07.2025

Ένα ηλιόλουστο απόγευμα αποφάσισα να πάω μία βόλτα στο ποτάμι με τα πόδια, πέντε λεπτά από την τωρινή μου κατοικία. Γενικά τις βόλτες με τα πόδια τις αγαπώ λίγο περισσότερο. Φόρεσα λοιπόν τα αθλητικά μου παπούτσια, έβαλα στην τσάντα μου ένα βιβλίο και ένα φούτερ και ξεκίνησα τη διαδρομή.
Όσο περπατούσα, έβλεπα μπροστά μου να ξεδιπλώνεται η μαγεία της διαδρομής. Μεγάλα σύννεφα στον ουρανό — λευκά, γκρι, μπεζουλί — ο ήλιος να χαϊδεύει το πρόσωπό μου σε κάθε βήμα και ένα ανάλαφρο αεράκι να ανεμίζει τα μαλλιά μου. Τα σπίτια γύρω μου όλα με ξύλινες οροφές — μαύρες, μπορντώ, καφέ και γκρι. Περπατώντας στο μεγάλο πεζοδρόμιο, παρατηρούσα τις αυλές των σπιτιών με προσήλωση και θαυμασμό. Τεράστιοι κήποι με λουλούδια κάθε χρώματος, φρεσκοκουρεμένο γκαζόν και η ευωδία των φυτών να αγγίζει τη μύτη μου.
Λίγα βήματα ακόμη και βρίσκομαι στον προορισμό μου. Ένα αδιέξοδο εμφανίζεται μπροστά μου και ξέρω ότι έχω φτάσει. Βλέπω το ποτάμι, τα ψηλά δέντρα να ξεπροβάλλουν από την απέναντι όχθη και τα παγκάκια στην σειρά στο οπτικό μου πεδίο — άδεια. Ο ήλιος να γλύφει το ξύλο τους και ένα χαλαρό αεράκι να ανεμίζει τα δέντρα. Όταν συμβαίνει αυτό, νιώθω πάντα πως τα δέντρα μιλάνε μεταξύ τους. Σε μία γλώσσα διαφορετική από τη δική μας, αλλά ο ήχος τους μου δημιουργεί μια ανεξήγητη γαλήνη.
Διαλέγω το παγκάκι που είναι πιο κοντά στο ποτάμι, κάθομαι, βγάζω από την τσάντα μου το βιβλίο, βολεύομαι στη στάση που μου ταιριάζει και αφήνω το μυαλό μου να χαθεί στις σελίδες του. Οι φωνές των παιδιών που παίζουν λίγα μέτρα μακριά δεν με αποσπούν — τις ακούω σαν καλοκαιρινό απόηχο ενός τόσο όμορφου απογεύματος.
Όσο διαβάζω, τόσο βυθίζομαι στις λέξεις του συγγραφέα, όμως παράλληλα ακούω έναν ήχο στο νερό που με κάνει να χάνω τη συγκέντρωσή μου. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί μου φαίνεται ξαφνικά τόσο ενοχλητικός. Ξαναδιαβάζω την τελευταία πρόταση του κεφαλαίου. Δεν την καταλαβαίνω. Επιμένω. Ξανά. Ο ήχος — που μοιάζει με πλατσούρισμα — πλέον έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον μου. Δεν μπορώ να του αντισταθώ. Σηκώνω το κεφάλι μου και χαμογελώ.
Λίγα μέτρα μακριά μου, μία οικογένεια από πάπιες χώνει τη μύτη της στο νερό με μεγάλη ταχύτητα, δημιουργώντας αυτόν τον παράξενο ήχο. Μοιάζει με πλατσούρισμα, αλλά δεν είναι ακριβώς. Ρουφούν την επιφάνεια με τέτοια αποφασιστικότητα, σαν να ψάχνουν κάτι που μόνο αυτές το βλέπουν, μόνο εκείνες το γεύονται. Οι κινήσεις τους βιαστικές, γρήγορες, ξεκάθαρες. Ξέρουν ότι είναι εκεί αυτό που θέλουν, αλλά δεν το βρίσκουν.
Συνεχίζουν σε κάθε τους πέρασμα την ίδια διαδικασία: Σνιφ-πλατς, σνιφ-πλατς, ξανά από την αρχή και γρήγορα. Νιώθω ότι αυτό που βλέπω με αγχώνει, αλλά δεν μπορώ να σταματήσω. Κάτι με τραβάει.
Έχουν απομακρυνθεί αρκετά από εμένα, αλλά τον ήχο τον ακούω ακόμη πολύ κοντά. Λιγότερο έντονο, με απόσταση, πιο μοναχικό, χωρίς βιασύνη.
Ξεκολλάω το βλέμμα μου από την οικογένεια, η οποία έχει ήδη φτάσει στην αποβάθρα. Γυρίζω το κεφάλι στο κέντρο και διαπιστώνω ότι ο διαφορετικός ήχος προέρχεται από ένα μικρό παπάκι, ευθεία μπροστά μου.
Το παπάκι, με μικρότερες και πιο αργές κινήσεις, κάνει την ίδια διαδικασία. Σνιφ-πλατς, σνιφ-πλατς, αλλά με ηρεμία. Με χαλαρότητα — ίσως και με φόβο. Δεν προχωρά όπως οι άλλες πάπιες. Μένει εκεί. Στο ίδιο σημείο, ξανά και ξανά. Ευλαβικά, με σύνεση και αυτοκυριαρχία.
Επιμένει.
Νιώθω ένα πνίξιμο στον λαιμό. Αυτή η διαδικασία μου είναι τόσο οικεία.
Απομακρύνεται λίγα εκατοστά προς τα δεξιά — τόσο, όσο να πεις ότι μετακινήθηκε στο μισό από το μέγεθός του. Πάλι με τον ίδιο ρυθμό. Κάνει ακόμη μία απόπειρα. Πάλι λίγα εκατοστά.
Σκέφτομαι ότι έχει ήδη πάρει τόση απόσταση από την οικογένειά του. Τι είναι αυτό που το φοβίζει να κάνει μερικά πλατσουρίσματα πιο μεγάλα, πιο αποφασιστικά; Αναρωτιέμαι.
Δεν ξέρω πόση ώρα έχει περάσει από τη στιγμή που το παπάκι μπήκε στο οπτικό μου πεδίο, ξέρω όμως ότι δεν θέλω να αφήσω αυτή την εικόνα να μου ξεφύγει. Μου θυμίζει συναισθήματα. Είναι βίωμα αυτό που συμβαίνει.
Λίγα δευτερόλεπτα περνούν και το παπάκι κολυμπάει λίγο πιο γρήγορα προς τα αριστερά. Ξαφνικά διαπιστώνω ότι τόση ώρα, λίγα μέτρα δίπλα του, βρίσκεται ένας πελεκάνος επάνω σε έναν μικρό κορμό δέντρου. Ήταν ακίνητος τόση ώρα και ο εγκέφαλός μου δεν μπορούσε να τον αντιληφθεί. Είχα αφοσιωθεί στην προσπάθεια που έκανε το παπάκι, ψάχνοντας αυτό που μόνο εκείνο έβλεπε.
Το παπάκι πλησιάζει τον πελεκάνο, με απλές κινήσεις, με ηρεμία και σεβασμό. Ο πελεκάνος δεν κουνιέται από τη θέση του. Σαν να το περίμενε. Το παπάκι κάνει ένα σάλτο και βρίσκεται δίπλα του. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα.

Από μακριά ακούω ένα «μπλουμ» και βλέπω το παπάκι να κολυμπά προς την απέναντι όχθη. Η ακοή μου έχει αποκλείσει οποιονδήποτε άλλον ήχο — έχει απομονώσει μόνο τον ήχο που δημιουργεί το παπάκι στο νερό. Σιγά-σιγά, το κολύμπι του γίνεται πιο γρήγορο. Και μετά: σιωπή.
Δεν μπορούσα πλέον να το δω.
Έβγαλα το κινητό από την τσάντα κι έκανα zoom με την κάμερα. Το παπάκι βρισκόταν πάνω σε έναν κορμό, χωμένο κάτω από τα φύλλα των δέντρων, και χτυπούσε τις φτερούγες του. Ένιωσα μια απότομη χαρά. Ένα σκίρτημα μέσα μου. Κάτι είχε αλλάξει. Το παπάκι ήταν δυνατότερο απ’ ό,τι περίμενα.
Ακόμη δεν έχω καταλάβει πόση ώρα έχει περάσει. Το βλέμμα μου είναι καρφωμένο σε αυτήν την εικόνα. Ένας πελεκάνος, τριπλάσιος σε μέγεθος, καθηλωμένος πάνω στον κορμό, και το παπάκι να κουνά τα φτερά του πέρα-δώθε χωρίς να το νοιάζει ποιος το παρατηρεί ή αν έχει κάτι να του πει. Φοβήθηκα. Ήθελα να πάρω μία πέτρα και να τη ρίξω κοντά στον πελεκάνο για να φύγει. Να μην κάνει κακό στο παπάκι.
Σκέφτηκα ότι η παρεμβατική μου φύση και η ανάγκη μου για έλεγχο θα βοηθούσαν το παπάκι να «αποδράσει» από αυτήν τη φυλακή. Αλλά επικράτησε η λογική μου, θυμίζοντάς μου πόσο σημαντικό είναι το κάθε πλάσμα σε αυτήν τη γη να κάνει μόνο του τα βήματα που επιθυμεί και πως κάθε πλάσμα έχει τον δικό του χρόνο για να αντιμετωπίσει τους φόβους του.
Όσο τα σκεφτόμουν αυτά, το παπάκι έκανε ένα σάλτο και ξανά βρέθηκε στο νερό. Τώρα το κολύμπι του είναι πιο αποφασιστικό, πιο γρήγορο, πιο βαρύγδουπο. Πέρασε μπροστά από τον πελεκάνο και δεν του έδωσε καν σημασία.
Βρέθηκε στο προηγούμενο σημείο που έψαχνε αυτό που ήθελε, αλλά δεν έκατσε πολύ ώρα. Διαπίστωσε μάλλον πως αυτό που πραγματικά αναζητούσε, δεν ήταν εκεί. Συνέχισε την πορεία του. Ένα γρήγορο σνιφ-πλατς και περνούσε στο επόμενο σημείο. Δεν καθόταν όπως πριν. Είχε καταλάβει πως δεν είχε νόημα να μείνει παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν. Είχε ήδη ψάξει εκεί. Δεν ικανοποιήθηκε με το αποτέλεσμα.
Μέσα σε λίγα λεπτά είχε διανύσει την απόσταση που πριν του πήρε ώρα. Τα συναισθήματά μου είναι τόσο αισιόδοξα για το παπάκι.
Νιώθω ότι έχει βρει τον δρόμο του.
Ένα περίεργο πλατσούρισμα στο νερό με έκανε να αναπηδήσω. Κάποιο άλλο πλάσμα είχε προσέξει το παπάκι και έκανε αισθητή την παρουσία του. Το παπάκι κατάλαβε πως κάτι πίσω του το κυνηγά. Για λίγα δευτερόλεπτα κοκάλωσε. Του φώναξα από την άκρη της ακτής:
«Μην φοβάσαι. Εγώ δεν φοβάμαι για εσένα».
Δεν ξέρω αν με άκουσε, αλλά προχώρησε. Γρήγορα. Ίσως με φόβο, αλλά προχώρησε. Κολύμπησε χωρίς να κάνει ξανά σνιφ-πλατς για λίγα μέτρα.
Είχα απορροφηθεί τόσο πολύ στο παπάκι, που δεν πρόσεξα πως η οικογένειά του είχε επιστρέψει. Ήταν λίγα μέτρα πιο δίπλα. Σαν να το περίμεναν. Εκείνο κολύμπησε προς το μέρος τους, αλλά δεν πήγε μαζί τους. Είχε ήδη βρει τον δικό του προορισμό. Και δεν ήταν καθόλου εύκολο να τον αλλάξει για εκείνους. Μπορεί να ήταν περισσότεροι, να ήταν μαζί — αλλά εκείνο είχε χαράξει μία δική του πορεία.
Η οικογένεια χάθηκε ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων στα δεξιά, και το παπάκι μόνο του βρέθηκε κάτω από έναν κορμό στα αριστερά. Μπορεί να βρεθούν ξανά, μπορεί και όχι. Μπορεί να είναι πάντα το παπάκι που χάραξε τη δική του πορεία. Ίσως και να ακολουθήσουν κι άλλα.
Όλα είναι πιθανά σε αυτή τη ζωή.Και αυτή είναι η δική μου οπτική για το γεγονός. Μια μυθοπλασία, σκέψεις που έκανα καθώς έβλεπα αυτό το παπάκι να απομακρύνεται απ’ όλα, να παραμένει στο ίδιο σημείο, να βρίσκει το θάρρος να περπατήσει σε άλλα μονοπάτια και να κολυμπήσει σε άλλα νερά. Να ταυτιστώ με αυτή την εικόνα που με έκανε να νιώσω παρούσα στη στιγμή.
Αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο και απόλυτα αληθινό:
Συγκινήθηκα βαθιά και πολύ όταν φώναξα στο παπάκι:
«Καλό ταξίδι παπάκι. Εύχομαι να βρεις αυτό που αναζητάς.»

«Καλό ταξίδι παπάκι. Εύχομαι να βρεις αυτό που αναζητάς.»
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------ENG:
Don’t be afraid. I’m not afraid for you.
One sunny afternoon, I decided to take a walk by the river. It’s just five minutes from where I live now, and honestly, I love walks a bit too much. I put on my sneakers, threw a book and a hoodie in my bag, and headed out.
As I walked, the magic of the route unfolded before me. Big clouds in the sky – white, grey, beige-ish. The sun warmed my face with every step, and a soft breeze played with my hair.
The houses around me all had wooden rooftops – black, burgundy, brown, and grey.
On the wide sidewalk, I admired the front yards with fascination and awe. Huge gardens full of flowers, freshly cut grass, and the sweet scent of plants floating in the air.
A few more steps, and I had arrived. A dead end ahead, and I knew I was there. I saw the river, tall trees on the other side, and empty benches – the sun gently licking their wood and the wind rustling through the leaves. Whenever I see this, I feel like the trees are talking to each other. In a language I don’t understand, but their voices bring me peace.
I chose the bench closest to the river, sat down, pulled out my book, got comfy, and let my mind wander into the pages. Children’s voices echoed from afar, like a soft summer soundtrack.
As I was reading, I kept hearing a sound from the water. Distracting. Annoying even – though I didn’t know why. I reread the same sentence. Still didn’t get it. Again. The sound – something like splashing – had taken over.
I lifted my head and smiled.
A family of ducks, a few meters away, was dunking their beaks into the water at full speed. The sound was strange – not quite a splash. It was more like a determined slurping of the surface, like they were looking for something only they could see, only they could taste. Their movements were fast, impatient, confident. They knew what they wanted – and they wanted it now.
Sniff-splash, sniff-splash. Over and over again. Something made me uneasy. I couldn’t stop watching. The sound was louder now. Closer. Lonelier.
I turned my gaze away from the family heading toward the dock. Right in front of me, almost dead center, I saw a tiny duckling. It was doing the same movements, but slower, gentler. Maybe even afraid. It didn’t move forward. It stayed in one spot. Again and again.
Patiently. With restraint.
It kept trying.
A lump formed in my throat. This image reminded me of something. Something deeply mine.
The duckling moved just a few centimeters. Tried again. Again, a little. I thought of the distance between it and its family. What was holding it back? Why wasn’t it paddling forward like the others?
I don’t know how long I watched it, but I knew I didn’t want to lose sight of it. I could feel it. This was something real.
Suddenly, the duckling swam a bit faster to the left. And that’s when I saw what I hadn’t noticed all this time: a pelican, standing still on a log. He’d been there from the beginning, but my brain hadn’t registered him. I had been too focused on the duckling.
The duckling swam toward the pelican. Calmly. Simply. The pelican didn’t react. As if he was expecting it. The duckling made a little hop and climbed up beside him. Just for a few seconds. Then – plop! – it dove back in and started swimming toward the opposite shore.
All other sounds disappeared. Only the water remained. The duckling swam faster. And then – silence.
I grabbed my phone and zoomed in. I saw it on a log, hidden in the leaves, flapping its wings. A sudden joy hit me. A little flutter in my chest. The duckling was stronger than I thought.
All I could see was that. The pelican, three times its size, motionless. And the duckling, flapping its tiny wings, carefree. I got scared. I wanted to throw a rock to scare the pelican away. So he wouldn’t hurt it.
But then I remembered. Every creature has its own timing. It doesn’t need rescuing.
And then the duckling dove back into the water. But its swim was different now. Decisive. It passed in front of the pelican without even glancing at him. It returned to the spot where it had been searching earlier. But this time, it didn’t stay. Maybe it realized what it was looking for wasn’t there after all.
It moved on. Quickly. It knew it had to pass through the same places – but this time, it wouldn’t linger.
In just a few minutes, it had covered the distance that earlier took it so long. My feelings were hopeful. The duckling had found its way.
A sudden splash startled me. Something else was approaching. The duckling sensed it too. It froze for a second.And I shouted from afar:"Don’t be afraid. I’m not afraid for you."
I don’t know if it heard me.But it moved forward.Maybe still afraid — but forward. No more sniff-splash. Just ahead.
I hadn’t noticed that its family had returned. They were a few meters away, as if waiting. But the duckling didn’t go to them. It had already carved out its own path. And that path wasn’t easy to change.
The family disappeared behind the leaves. The duckling, alone, beneath a log.Maybe they’ll meet again.Maybe not.Maybe others will follow the duckling’s path.
This is my lens on a simple moment. A bit of storytelling, a bit of truth, an experience. A moment that made me feel present. But one thing is certain and deeply true:
I was truly moved when I whispered:
"Safe travels, little duck. I hope you find what you’re looking for."



Comments